Home » Συνεντεύξεις

Ο Χάρρυ Κλυνν είναι θεατρίνος με σπάνια ακτινοβολία, με μια ήρεμα πληθωρική θεατρικότητα που ξέρει να φλερτάρει με το κοινό του και να το κερδίζει άνευ όρων. Μια πολύ δύσκολη υπόθεση στη βλοσυρή, επιφυλακτική εποχή μας. Ο Κλυνν ανήκει στην κατηγορία των ερμηνευτών των οποίων η χαρισματικότητα είναι τέτοιων διαστάσεων, που να μην έχει πια σημασία τι λέγεται, αλλά πως λέγεται.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ

Κάθε δίσκος του Χάρρυ Κλυνν είναι ένα ολόκληρο σατιρικό έργο που πάει βαθιά. Δεν ασκείται στο μονόζυγο της εφήμερης ευκαιρίας. Είναι η φυσιολογική εξέλιξη ενός χυμώδους ταλέντου που αφού πέρασε από τη ζούγκλα της νυχτερινής καταναλωτικής πίστας βρίσκει τη σωστή έκφρασή του σ’ αυτό το μοναδικό για τα ελληνικά μέτρα είδος «δισκογραφίας».
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο Χάρρυ Κλυνν, ο δικός μας Χάρρυ Κλυνν, συνεχίζει να μας γοητεύει και να μας εκπλήσσει! Ο Χάρρυ Κλυνν παίρνει «ρίσκα», κάνει αυτό που θέλει ο ίδιος και ποτέ αυτό που θέλει το κοινό… Και το κοινό καμιά φορά «κλωτσάει» δε θέλει να το βγάζουν από τη «βολή» του, θέλει να βλέπει και ν’ ακούει αυτά έμαθε να βλέπει και ν’ ακούει. Ο Χάρρυ Κλυνν μας παίρνει από το χέρι και μας οδηγεί σε άλλα μονοπάτια… Μας πάει σε άλλες πολιτείες «αναρχικές» όπως λέει και το τραγούδι. Και σε μια εποχή παγκόσμιοποιημένης δημομοκρατίας οι «αναρχικοί» δρόμοι του Χάρρυ Κλυνν είναι πολύτιμα αγαθά τόσο για την ατομικότητά μας, όσο και για την Δημοκρατία αυτήν καθεαυτήν.
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Ο Κλυνν είναι συντριπτικός. Έξυπνος, αυθάδης αγανακτισμένος, σατιρικός, εννοεί αυτά που λέει, δεν αυτοαναιρείται και δεν είναι ανώδυνος «διασκεδαστής».
ΑΘΗΝΟΡΑΜΑ

Ο Χάρρυ Κλυνν είναι ένα φαινόμενο που μεσουρανεί πολλά χρόνια τώρα με την ίδια επιτυχία κι αυτό δεν είναι τυχαίο. Διασπώντας βίαια την ηθική της μέσης αστικής τάξης, δημιουργεί καθρέφτες ικανούς να μας κάνει να γελάμε και να δακρύζουμε με την υπάρχουσα κατάσταση. Μοναδικός στο είδος του και ίσως αξεπέραστος ο Χάρρυ Κλυνν έγραψε και γράφει τη δική του ιστορία στο χώρο της Τέχνης μέσα από την αιχμηρή σάτιρα που αναβαπτίζει, εάν θέλετε, τις ενοχές και τις ανοχές μας.
ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ

Χάρρυ Κλυνν ο ακούραστος αυτός σόουμαν που μπορεί να κρατήσει μια παράσταση μόνος του.
ΑΥΓΗ

Στην Ελλάδα της μεταπολίτευσης η πολιτική σάτιρα έφτασε σε υψηλό επίπεδο με το χειμαρρώδη Χάρρυ Κλυνν, τα σκίτσα του Ιωάννου, συχνά και με τις ραδιοφωνικές ατάκες του Τζίμη Πανούση. (Τα ευαίσθητα σκίτσα και τα κείμενα του Στάθη είναι πιο ποιητικά και στοχαστικά και δεν αποτελούν τυπικά δείγματα πολιτικής σάτιρας). Σήμερα τα κανάλια φιλοξενούν τέσσερις-πέντε σατιρικές εκπομπές, αλλά η μία είναι χειρότερη από την άλλη. Οι παπα-ροκάδες, μερικές καρικατούρες ομοφυλόφιλων, οι κρεατοελιές του Σημίτη, ο Κώστας και η Νατάσα ιδού το βασικό μενού. Ο Λάκης Λαζόπουλος, αν και πιο ταλαντούχος και έμπειρος από άλλους ομότεχνούς του, με την πρόσφατη επανεμφάνισή των Δέκα Μικρών Μήτσων κινήθηκε στα όρια του συρμού και του αυτονόητου: η διακωμώδηση της «γκλαμουριάς», των ξεπεσμένων γιάπηδων, της χρηματιστηριακής βουτιάς, των σύγχρονων Σουσούδων, της μετά βασάνων μετάβασης στο νέο αεροδρόμιο. Με άλλα λόγια, ο ιός των «κουρασμένων παλικαριών» δεν πλήττει μόνο τους πολιτικούς άνδρες, αλλά και τους σατιρικούς καλλιτέχνες.
ΠΡΙΝ
Εφημερίδα της Ανεξάρτητης Αρ

Συνέντευξη του Χάρρυ στην Ελένη Σούρδη

Πως ήταν ο Χάρρυ Κλυνν σαν παιδί;
(φρόνιμος, σκανδαλιάρης, ατίθασος, παιχνιδιάρης, γκρινιάρης;)

Γεννήθηκα και μεγάλωσα στην Καλαμαριά, στην ανατολική πλευρά της Θεσσαλονίκης. Η Καλαμαριά του σήμερα με τις πολυτελείς πολυκατοικίες, τις αμέτρητες καφετέριες, τα εστιατόρια και τα multiplex δεν έχει καμία σχέση με την Καλαμαριά του τότε. Η Καλαμαριά του τότε ήταν ένας προσφυγικός συνοικισμός με μικρά πλινθόχτιστα σπιτάκια και παράγκες (θαλάμους τους λέγαμε) κι εκεί στην παραλία της Αρετσούς με τη «μαρίνα » τώρα και τα μοντέρνα café υπήρχε μόνο το «Απολυμαντήριο» απ’ όπου περνούσαν «καραντίνα» οι πρόσφυγες γονείς μας πριν εγκατασταθούν στη καινούργια τους πατρίδα.
Για ηλεκτρικό και νερό ούτε κουβέντα να γίνεται. Το ίδιο, βέβαια, και για ασφαλτοστρωμένους δρόμους… Που τέτοιες πολυτέλειες… Όταν έβρεχε όλους ο συνοικισμός μετατρεπόταν σ΄ έναν απέραντο λασπότοπο, μια πηχτή κατάμαυρη λάσπη που κόλλαγε σαν βδέλλα στα παπούτσια μας… (σε όσους τυχερούς διέθεταν παπούτσια)
Έτσι πήραμε εμείς οι Πόντιοι το παρατσούκλι «τσαμούρια» που σημαίνει λάσπη, λασπωμένοι… Τα πιο πολλά παιδιά της ηλικίας μου και νέοι γέρου ήμασταν. Παιδιά συμμαζεμένα και ριγμένα στη δουλειά από την τρυφερή τους ηλικία. Εγώ έκανα όλες τις δουλειές που μπορεί να κάνει ένα παιδί. Δούλευα και πήγαινα ταυτοχρόνως στο σχολείο και όπως όλα σχεδόν τα Ποντιάκια ήμουν πολύ καλός στα μαθήματα κι ας μην είχα ούτε βιβλία. Ατίθασος δεν ήμουνα, ούτε γκρινιάρης. Η αδερφή μου που με μεγάλωσε λέει ότι ήμουν καλό και φρόνιμο παιδί πολύ αγαπητό στη γειτονιά. Και στο σχολείο μ’ αγαπούσαν γιατί τους διασκέδαζα. Μιμούμουν τις φωνές τις δασκάλων μας και έστηνα αυτοσχέδια νούμερα στα διαλείμματα και στις εκδρομές κι αυτό άρεσε σε όλους.

Υπάρχει κάτι που έχει σημαδέψει τα παιδικά σας χρόνια και γιατί;

Δυστυχώς υπάρχει… Ο πατέρας μου ο Νικόλας, όπως και το 99,9% των Ποντίων προσφύγων ήταν αριστερής ιδεολογίας. Τα χρόνια εκείνα, όμως, και ιδιαίτερα στη Θεσσαλονίκη, αριστερός σήμαινε «προδότης», «εχθρός της πατρίδας και της θρησκείας», «συμμορίτης» και άλλα παρόμοια… Κι εμείς ήμασταν τα παιδιά του «κομουνιστή», τα μαύρα πρόβατα… Μεγαλώσαμε κάτω από το βλέμμα του χωροφύλακα με το φόβο και την περιφρόνηση μόνιμους συντρόφους. Το 1949 κάποιες φιλανθρωπικές οργανώσεις στείλανε στο σχολείο ζεστά χειμωνιάτικα ρούχα για να δοθούν στους φτωχούς και αριστούχους μαθητές…
Είχα όλα τα προσόντα! Ήμουν φτωχός και αριστούχος… Μάταια περίμενα όμως το μπουφανάκι με τον γούνινο γιακά… Η κυρία Ασλανίδου, δεν ξέρω αν ο θεός της την συγχώρεσε, δεν είχε καμία διάθεση να δώσει ρούχα στο γιο του«κομουνιστή»…

Το γεγονός ότι μεγαλώσατε μέσα στον «χώρο των χρωμάτων» (Χάρρυ Κλυνν, γιος του ζωγράφου Νίκου Τριανταφυλλίδη) πόσο σας επηρέασε ως προσωπικότητα;

Έβλεπα τον πατέρα μου να ζωγραφίζει και τη μάνα μου να γκρινιάζει που δεν είχαμε να φάμε. Και με το δίκιο της, ποιος να αγοράσει πίνακα ζωγραφικής στην Καλαμαριά και μάλιστα από έναν κομουνιστή ζωγράφο. Έτσι ο Νικόλας αναγκάστηκε να κάνει τον ελαιοχρωματιστή και τον κατασκευαστή πινακίδων για να μας ζήσει. Που και που έδινε και κανέναν πίνακά του στην κυριολεξία για ένα κομμάτι ψωμί…
Που να τολμήσω να μιλήσω στη μάνα μου για ζωγραφική…
Ίσως γίνω γιατρός της έλεγα και της άρεσε… Τα χρώματα του Νικόλα όμως ποτέ δεν σβήστηκαν από την ψυχή μου. Θυμάμαι ζωγράφιζα με ότι υλικό έβρισκα μπροστά μου. Ήμουν και πάρα πολύ καλός στις μικρές κατασκευές κυρίως από βίδες, ελάσματα και παλιά εξαρτήματα μηχανών που έβρισκα σε αφθονία στο γειτονικό Αγγλικό στρατόπεδο. Αργότερα ασχολήθηκα με τις φιγούρες του Καραγκιόζη που τις σκάλιζα με ένα μεγάλο καρφί που το βάζαμε στις γραμμές του τραμ για να περάσει από πάνω του το όχημα και να το μετατρέψει σε κοπίδι… Τώρα ζωγραφίζω και με τον ηλεκτρονικό  υπολογιστή! Δεν έχει σημασία με τι ζωγραφίζεις, σημασία έχει να ζωγραφίζεις…

Σε ποιο βαθμό υπήρξε πηγή έμπνευσής σας η σύζυγός σας Χαρίκλεια;

Η Χαρίκλεια ήταν και είναι ο φύλακας άγγελός μου. Γνωριστήκαμε και παντρευτήκαμε στην Αμερική. Περάσαμε μαζί μέρες δύσκολες τότε που οργώναμε την Αμερική για να εξασφαλίσουμε τα προς το ζειν. Κάναμε τρία παιδιά και τα μεγαλώσαμε σωστά και τώρα που έχουμε το εγγονάκι μας είναι σαν σα αρχίζουμε ξανά από την αρχή… Ο πρώτος κριτής της δουλειάς μου ήταν πάντα η Χαρίκλεια, που πάντα μου έλεγε καλά λόγια. «Μα δεν μπορεί» της έλεγα «πρέπει να υπάρχει κάτι που δεν σ’ αρέσει» και η Χαρίκλεια μου απαντούσε πάντα με το ίδιο χαμόγελο, «κι όμως, δεν υπάρχει…»

Ποιοι Έλληνες και ξένοι κωμικοί, κωμωδιογράφοι, χιουμορίστες έχουν επηρεάσει τη δουλειά σας;

Λένε ότι στη δουλειά αυτή όταν ξεκινάς κάπου πατάς. Κατ’ αρχή εγώ ποτέ δεν είχα κατά νου να γίνω κωμικός κι έτσι ποτέ δεν σκέφτηκα να πατήσω κάπου. Πάντα με ενδιέφερε το γράψιμο και η ζωγραφική. Μπορώ να πω ότι από καθαρή τύχη βρέθηκα στη σκηνή. Βρέθηκα να φοιτώ στη Δραματική σχολή πάλι κατά τύχη. Δε μου άρεσε καθόλου η « ρεβύ πίστας » που ήταν πολύ της μόδας την εποχή εκείνη κι ούτε με ενθουσίαζαν οι ηθογραφίες του ελληνικού κινηματογράφου που καταβρόχθισε σπάνια κωμικά ταλέντα…  Την εποχή που κάποιοι άλλοι γύριζαν τον «Κλέφτη ποδηλάτων» και τον «Φανφαρόνο» εμείς μεγαλουργούσαμε με ανούσιες κωμωδίες και δακρύβρεχτα μελό… Ευτυχώς που υπήρξαν πέντε έξι άξιοι σκηνοθέτες και συγγραφείς και έχουμε κάτι αξιόλογο να θυμόμαστε… Από ’κει και πέρα από τους ποιητές μας μάλλον επηρεάστηκα και πιο πολύ από τον Καρυωτάκη και τον Σουρή… Τώρα που το σκέφτομαι είναι σίγουρο ότι απ’ αυτούς επηρεάστηκα… Από τον Καρυωτάκη και τον Σουρή…

Τι σας έχει μείνει από την εποχή της ανάμιξής σας στα «εν οίκω» του Απόλλωνα Καλαμαριάς; Ευχάριστες αναμνήσεις ή «ωχ, Παναγιά μου»;

Ασχολήθηκα με το Απόλλωνα και το ποδόσφαιρο από αγάπη για την Καλαμαριά και το Ποντιακό στοιχείο. Εξάλλου το χρωστούσα στον Απόλλωνα… Τη εποχή που δεν είχαμε τίποτα που να μας κάνει υπερήφανους, ο Απόλλωνας κατακτώντας το πρωτάθλημα της Θεσσαλονίκης μας εξίσωσε με τους υπόλοιπους Θεσσαλονικείς… Ο Απόλλωνας ήταν η πέτρα που έσπασε το κρύσταλλο που μας χώριζε από τη υπόλοιπη Θεσσαλονίκη. Απ’ τον Απόλλωνα μόνο καλά θυμάμαι και δεν μετανιώνω για τις θυσίες στις οποίες υποβλήθηκα κι εγώ, αλλά και η οικογένειά μου. Οι δυσάρεστες αναμνήσεις εστιάζονται περισσότερο στην εποχή που ανέλαβα ως πρόεδρος της ΕΠΑΕ τις τύχες του ελληνικού ποδοσφαίρου. Τότε γνώρισα πολύ καλά τι σημαίνει «πολιτικοπαραγοντικό» κατεστημένο και το «ωχ, Παναγιά μου» δε λέει τίποτα μπροστά στις «καταστάσεις » απείρου κάλλους που έζησα τα χρόνια της προεδρίας μου. Πολιτεία και παράγοντες συναγωνίζονταν σε αθλιότητα ο ένας τον άλλον σε βάρος, βέβαια, αυτού που υποτίθεται ότι εξυπηρετούσαν… Είναι αξιοθαύμαστο το πώς επέζησε το άθλημα αυτό… Αν επέζησε γιατί τα τελευταία χρόνια βρίσκεται σε κώμα!
Το ποδόσφαιρο αυτό καθεαυτό είναι χωρίς καμιά αμφιβολία το πιο λαοφιλές άθλημα στον κόσμο. Στην Ελλάδα του «δήθεν» οι «αγράμματοι κουλτουριάρηδες» και «πανφάγο» κράτος το οδήγησαν στην αγκαλιά των «επενδυτών » της αρπαχτής… Κι όμως το κακόμοιρο επέζησε και κατόρθωσε να μας βγάλει στο δρόμο πανηγυριστές… Μαζί μ’ όλους εκείνους που το κακολόγησαν, το κατασυκοφάντησαν και έκαναν τα πάντα να το εξαφανίσουν!

Σας χαρακτηρίζουν σαν «λαϊκό καλλιτέχνη» που ωστόσο είναι «διανοούμενος». Πώς συνδυάζονται αυτά τα δύο;

Ο Καθένας μπορεί να με χαρακτηρίζει όπως του αρέσει. Μένω σ’ αυτό που λέει ο Oscar Wilde “ Τα πράγματα που λένε οι άνθρωποι για έναν άνθρωπο δεν αλλάζουν τον άνθρωπο αυτό. Είναι αυτό που είναι » Εγώ είμαι αυτό που είμαι, αυτό που σε τελευταία ανάλυση αντιλαμβάνεται αυτός που με παρακολουθεί ή με διαβάζει. Ο κόσμος δεν ενδιαφέρεται για τέτοιου είδους ταμπέλες.

Η δεκάχρονη παραμονή σας στις ΗΠΑ και τον Καναδά (1964 – 1974) σημάδεψε καθοριστικά τη μετέπειτα καριέρα σας και γιατί;

Τη σημάδεψε γιατί η δεκαετία εκείνη ήταν που διαμόρφωσε τον καλλιτεχνικό μου χαρακτήρα. Ήταν η εποχή που μπόρεσα και είπα τα μεγάλα «ΟΧΙ» και χαίρομαι ιδιαίτερα γι αυτό. Είπα όχι στην απορρόφησή μου  από το σύστημα, πιστέψτε με δεν ήταν εύκολο, και παρέμεινα στο underground χώρο όπου δειλά-δειλά άρχισε να παίρνει μορφή αυτό που εμείς ονομάζαμε «Θέατρο των φτωχών» και που αργότερα βαφτίστηκε ως stand up comedy. Το κύριο χαρακτηριστικό του είδους αυτού ήταν η σκληρή πολιτική και κοινωνική σάτιρα. Κι ενώ είχα πάρα πολλές προτάσεις να ενταχτώ στο main stream (κυρίως ρεύμα) είπα ευτυχώς όχι και υπηρέτησα με θυσίες πολλές καθ’ όλη τη διάρκεια της εκεί παραμονής μου αυτό το είδος. Αν έλεγα «ναι» θα ήταν δύσκολο μάλλον να γυρίσω στην Ελλάδα, κάτι που δεν μπορούσα ούτε καν να το φανταστώ. Από την άλλη δεν μπορούσα σε καμιά περίπτωση να φανταστώ τον εαυτό μου στο ρόλο του διασκεδαστή να λέει αστειάκια και  να ξοδεύεται σε ανούσια θεατρικά δρώμενα….

Εκείνη την εποχή (στην Αμερική) το χιούμορ σας στηριζόταν κυρίως στην οργή των κυνηγημένων μειονοτήτων (Εβραίων, μαύρων, Λατίνων, μεσογειακών). Αυτό είχε σχέση και με τη δική σας καταγωγή;

Έτσι ακριβώς είναι όπως τα λέτε, μόνο που η οργή ή η διαμαρτυρία αυτή των dp (displayed people) ήταν βουβή. Οικογενειακή υπόθεση ήταν και οι θεατρικές πράξεις (acts) αυτού του είδους.  Οι χώροι που φιλοξενούσαν το θέαμα αυτό, πέντε ή έξι κωμικοί ο ένας μετά τον άλλο, ήταν μικρά κυρίως μπαρ στις γειτονιές γκέτο της Νέας Υόρκης και του Σικάγου. Κάτι σημαντικό έπρεπε να συμβεί για να δραπετεύσει το είδος από τα γκέτο και συνέβη με την περιπετειώδη πορεία του Lenny Brus και του Dick Gregory… Μέσα σε σχετικά λίγο καιρό το είδος υιοθετήθηκε ως έκφραση διαμαρτυρίας από τους ακτιβιστές, τους αντιρατσιστές, τους διανοούμενους και τη μεγάλη μάζα των προοδευτικών γενικότερα… Θεωρώ τιμή το γεγονός ότι σ’ αυτή τη βασανιστική πορεία έπαιξα κι εγώ το δικό μου ρόλο μου ως κωμικός και συγγραφέας.

Το 1990 με την καθιέρωση της ιδιωτικής τηλεόρασης αφήσατε «ανεξίτηλη σφραγίδα» με δύο τηλεοπτικά γεγονότα: τα «Harry Klynn Special Shows» και τον «ΠΟΛΙΤΗ ΚΛΥΝΝ». Δεν είναι λίγοι εκείνοι που πιστεύουν ότι ο «ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΛΥΝΝ» ήταν η αιτία της μεγάλης κρίσης που περνούν αυτή τη στιγμή τα Shows και οι ελληνικές κωμικές σειρές. Εσείς συμφωνείτε με αυτήν την άποψη;

Ένα ξέρω να σας πω. Μετά από τις δυο αυτές τηλεοπτικές εκπομπές ακολούθησε πληθώρα προγραμμάτων που προσπάθησαν απλά και μόνο να μιμηθούν το στυλ και του τύπους που παρέλασαν μέσα από τις εκπομπές αυτές. Δε νομίζω όμως ότι τα προγράμματα αυτά πρόσφεραν κάτι το καινούριο. Παγιδεύτηκαν στη φόρμα του «ΠΟΛΙΤΗ»  χωρίς να μπορέσουν να ξεφύγουν και να παρουσιάσουν κάτι ριζοσπαστικότερο. Ο «ΠΟΛΙΤΗΣ ΚΛΥΝΝ» ήταν τηλεοπτική έκδοση της φιλοσοφίας του stand up. Οι μιμητές της σειράς δεν κατάλαβαν ένα πράγμα ότι η σάτιρα γεννήθηκε από το ένστικτο για διαμαρτυρία και ότι ο σατιρικός εξελίσσει τη διαμαρτυρία αυτή σε τέχνη. Ξεχνούν ακόμα ότι υπάρχει ένα πλατύ φάσμα που καλύπτει τόσο το ελαφρό, όσο και το σοβαρό. Ο πραγματικός σατιρικός επικεντρώνει την προσοχή του στο σοβαρό, χρησιμοποιεί το ελαφρό σαν μέσο διασκέδασης… Στα πιο πολλά αν όχι όλα σατιρικά τηλεοπτικά προγράμματα που προβάλλονται σήμερα συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.

Πέρασε ανεπιστρεπτί η εποχή που το κοινό απολάμβανε κάθε χρόνο κι έναν δίσκο του Χ. Κλυνν; Σε τι οφείλεται αυτό; Στις ποικίλες δραστηριότητες του Βασίλη Τριανταφυλίδη (ποίηση, μυθιστορήματα, επιθεωρήσεις;)

Δεν παίζω στο θέατρο για να παίζω, ούτε γράφω για να γράφω. Χρησιμοποιώ ένα μέσο για να μπορώ να επικοινωνώ και δεν λέω ότι φέτος πρέπει να γράψω ένα βιβλίο ή του χρόνου να κάνω μια ταινία… Αν θεωρήσω ότι πρέπει να κάνω δίσκο, θα κάνω δίσκο… Δεν τα προγραμματίζεις τα πράγματα αυτά, αλλά και από την άλλη δεν μπορείς να κρατάς και δυο καρπούζια κάτω από την ίδια μασχάλη…
Είμαι όμως έτοιμος από κάθε πλευρά να ετοιμάσω τον επόμενο δίσκο μου. Να σας πω και τον τίτλο του; «Η ΜΙΚΡΗ ΜΑΡΙΑ ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΜΕ ΤΙΣ ΛΟΓΧΕΣ»…

Πώς διαγράφεται το μέλλον της επιθεώρησης; Θα πορευτεί βαδίζοντας στις ίδιες συνταγές ή θα υπάρξει κάποια αναζωογόνησή της; Υπάρχει ελπίδα;

Ας ονομάσουμε «επιθεώρηση» το σατιρικό θέαμα για να ξέρουμε γιατί μιλάμε. Εμείς θα πεθάνουμε και η «επιθεώρηση» θα υπάρχει… Και μετά από 100 χρόνια κάποια συνάδελφός σας από το μέλλον θα απευθύνει στον μελλοντικό Χάρρυ Κλυνν την ίδια ερώτηση…

Θα ήθελα να μου περιγράψετε προσωπικές σας στιγμές, οι οποίες εμπεριέχουν μεγάλη «δόση χιούμορ» και έχουν γράψει μέσα σας…

Στον σατιρικό, όσο αντιφατικό κι αν ακούγεται, δεν μπορεί να υπάρξουν στιγμές που εμπεριέχουν μεγάλη «δόση χιούμορ» γιατί ο σατιρικός δεν είναι χιουμορίστας. Τα λεξικά ερμηνεύουν τον χιούμορ ως: Eύθυμη διάθεση, που εκδηλώνεται χωρίς διαχύσεις, άκακη ειρωνεία, ψύχραιμη θυμηδία, συμπαθής σαρκασμός, εύθυμη παραδοξολογία και Xιουμορίστα: Aυτόν που γράφει και μιλάει με χιούμορ, αυτόν που σκώπτει άκακα, επιδερμικά, τον ειρωνευόμενο ευθυμολόγο…
O σατιρικός αισθάνεται ότι η εποχή του είναι τόσο κακή που είναι δύσκολο να παριστάνει τον χιουμορίστα…
H σάτιρα δεν έχει υπερβατικό χαρακτήρα. Δεν έχει τίποτα απ’ τον κόσμο που ξεχνάει, απ’ τον ξεχασμένο κόσμο. Oι εμπειρίες της αγάπης και του θανάτου, βρίσκονται με τη βασική τους μεγαλοπρέπεια έξω από τα όρια της σάτιρας. Στην τραγωδία και στην κωμωδία, μπορεί να δοξάζονται και να εξυμνούνται. H ΣATIPA ΔEN YMNEI… ΞEΦOYΣKΩNEI… Δεν είναι λοιπόν εκ των πραγμάτων δυνατόν να υπάρχουν προσωπικές στιγμές οι οποίες εμπεριέχουν μεγάλες δόσεις χιούμορ… Αν λέγατε μεγάλες δόσεις πικρίας θα ήσασταν πιο κοντά στην πραγματικότητα…

Γυρίστε πίσω σ’ εκείνη την απίστευτη ελληνική ταινία «Γάμος Αλα Ελληνικά» με Ξένια καλογεροπούλου, Γιώργο Κωνσταντίνου και Δέσπω Διαμαντίδου όπου ο Χάρρυ μικρόσωμος και αδύνατος, στριμωγμένος σε ένα απίστευτα μικρό μπάνιο, με ένα απίστευτα τεράστιο τρομπόνι…πως νοιώθετε;

Γυρίζουν συχνά πίσω μόνο όσοι συνεχίζουν να βλέπουν μπροστά. Κι όταν γυρίζω πίσω δεν βλέπω μόνο τον μικρόσωμο και αδύνατο Χάρρυ, βλέπω το πνεύμα, την γελοιοποίηση, την ειρωνεία, τον σαρκασμό, τον κυνισμό, το σαρδόνιο γέλιο, την λοιδορία κ.λ.π. Βλέπω όλα αυτά που προκαλούν τον πόνο, ΓIATI H ΣATIPA EXEI ΣKOΠO NA ΠPOKAΛEI TON ΠONO, αλλά όπως και με τον ταυρομάχο, έτσι και με τον σατιρικό, η αξιοσύνη του δε βρίσκεται στην ικανότητα να κάνει τη δουλειά του, αλλά μάλλον στην τέχνη που δείχνει καθώς την κάνει… Βλέπω και την κοπιαστική διαδρομή του μικρού αυτού παιδιού που ξεκίνησε πριν από σαράντα χρόνια! Και συνεχίζεται…

Αν σήμερα λέγατε την ατάκα: «και ξαφνικά βλέπω το τέρας!» Πείτε μου μερικά «τέρατα» που θα βλέπατε…

Θα ήθελα να ’ρθείτε στο θέατρο «ΔΕΛΦΙΝΑΡΙΟ» και να δείτε την παράστασή μας… Εκεί θα δείτε πιο ξεκάθαρα όλα τα «τέρατα» που μας περιβάλλουν… Πολιτικός αριβισμός, ηθικός ξεπεσμός, κακουργηματικός μιμητισμός, κουτσή παιδεία, στρεβλή ανάπτυξη, κράτος τρομοκράτης, πολίτης πελάτης, υποκρισία, ματαιοδοξία, τηλεοπτικός λαϊκισμός… Θα μπορούσα να αναφέρω εκατοντάδες τέρατα που μπροστά του το τέρας του Λοχ Νες ωχριά…

Γιάννης Κακουλίδης. Τι θυμίζει, τι σημαίνει για τον Χάρρυ;

Ο ποιητής Γιάννης Κακουλίδης είναι αδερφός μου. Ζήσαμε και δημιουργήσαμε μαζί «πράματα και θάματα» που έμελλε να αλλάξουν τον τρόπο που γελούσε ένας ολόκληρος λαός. Τολμώ να πω ότι με το Γιάννη τα είπαμε σχεδόν όλα. Κι αν κάτι απέμεινε που δεν το ’παμε… Θα το πούμε…

Αριστερή; Αριστερά; Σοσιαλισμός, κόκκινες χάντρες; Τι απ’ όλα;

Τώρα που άρχισε να διαφαίνεται ξεκάθαρα πλέον η απαρχή της πτώσης του υπαρκτού καπιταλισμού η αριστερά ούτε αριστερή είναι, ούτε σοσιαλισμός, ούτε κόκκινες χάντρες. Η αριστερή ιδεολογία ήταν και παραμένει η ελπίδα της ανθρωπότητας…

Έχετε ασχοληθεί με διάφορα πράγματα. Τι είναι αυτό που δεν έχετε προλάβει να κάνετε;

Πάντα αφήνω κάτι για αργότερα…

Υπάρχουν πράγματα που δεν θα κάνατε για τίποτα στον κόσμο;

Τα περισσότερα απ’ όσα κάνουν σήμερα οι ρυθμιστές της ζωής και της τύχης μας…

Αφήστε ένα σχόλιο